κύριος


κύριος
ὁ κύριος господин; Господь (→ κυριακή > нем. Kirche; кирха; тж. > ст.слав. црькы > церковь)

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Смотреть что такое "κύριος" в других словарях:

  • κύριος — having power masc nom sg κύ̱ριος , κύριος having power masc nom sg κύ̱ριος , κύριος having power masc/fem nom sg κύ̱ριος , κῦρος the elder Cyrus neut gen sg (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Κύριος — ο Господь, Бог; ΦΡ. Κύριε ελέησον! Господи помилуй! ήμαρτον Κύριε! грешен Господи! …   Η εκκλησία λεξικό (Церковный словарь Назаренко)

  • κύριος — ο 1) господин (также при имени и фамилии); 2) хозяин, владелец; 3) супруг, муж Этим. < дргр. κύρος < инд. keu «вздувать», санскр. sura «крепкий, герой», savira «сильный» …   Η εκκλησία λεξικό (Церковный словарь Назаренко)

  • κύριος — α, ο, θηλ. και ία (AM κύριος, ία, ον, θηλ. και ος) 1. αυτός που έχει δύναμη, εξουσία πάνω σε κάποιον, εξουσιαστής, κυρίαρχος (α. «ο στρατός είναι κύριος τής κατάστασης» β. «θανάτου δὲ τὸν βασιλέα τῶν συγγενών μηδενὸς εἶναι κύριον», Πλάτ. γ.… …   Dictionary of Greek

  • κύριος — α, ο επίρρ. ίως 1. κυρίαρχος: Ο στρατός είναι κύριος της κατάστασης. 2. ιδιοκτήτης, κάτοχος: Είναι κύριος πολλών οικοπέδων. 3. ουσιώδης, σπουδαιότερος. 4. στη γραμματική, κυριολεχτικός. 5. το αρσ., κύριος ως ουσ., δηλώνει το σύζυγο, τον αξιοπρεπή …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • κύριος — [кириос] εκ. кардинальный, преимущественный …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • κύριος — [кириос] ουσ. а сударь, господин …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • Κύριος — [Кириос] ουσ. а Господи …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • κυρίω — κύριος having power masc nom/voc/acc dual κύριος having power masc gen sg (doric aeolic) κῡρίω , κύριος having power masc/neut nom/voc/acc dual κῡρίω , κύριος having power masc/neut gen sg (doric aeolic) κῡρίω , κύριος having power… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κυρίως — κύριος having power masc acc pl (doric) κῡρίως , κύριος having power adverbial κῡρίως , κύριος having power masc acc pl (doric) κῡρίως , κύριος having power adverbial κῡρίως , κύριος having power masc/fem acc pl (doric) κῡρίως , κυρίως like… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κύριον — κύριος having power masc acc sg κύ̱ριον , κύριος having power masc acc sg κύ̱ριον , κύριος having power neut nom/voc/acc sg κύ̱ριον , κύριος having power masc/fem acc sg κύ̱ριον , κύριος having power neut nom/voc/acc sg κυρέω hit imperf ind act… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)